ἑλειογενής

ἑλειο-γενής, ές,
A marsh-born: τὸ ἑ., = ὄρυζα, Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ελειογενής — ές (Α ἑλειογενής, ές) νεοελλ. αυτός που προέρχεται από το έλος («ελειογενής πυρετός» η ελονοσία) αρχ. αυτός που γεννιέται, αναπτύσσεται στα έλη («ἑλειογενής ὄρυζα») …   Dictionary of Greek

  • ἑλειογενές — ἑλειογενής marsh born masc/fem voc sg ἑλειογενής marsh born neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γένος — Όρος που χρησιμοποιείται στη ζωολογία και στη βοτανική για να προσδιορίσει τη συστηματική ταξινόμηση, ενώ στη γλωσσολογία αναφέρεται στη μορφολογική κατηγοριοποίηση των ονομάτων (ουσιαστικών, επιθέτων, αντωνυμιών, άρθρων, μετοχών) σε αρσενικά,… …   Dictionary of Greek

  • ελογενής — ες και ελειογενής, ές αυτός που γίνεται ή αναπτύσσεται σε έλη («ελογενείς πυρετοί») …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.